συμμοριτοπόλεμος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο συμμοριτοπόλεμος οι συμμοριτοπόλεμοι
      γενική του συμμοριτοπόλεμου
& συμμοριτοπολέμου
των συμμοριτοπόλεμων
& συμμοριτοπολέμων
    αιτιατική τον συμμοριτοπόλεμο τους συμμοριτοπόλεμους
& συμμοριτοπολέμους
     κλητική συμμοριτοπόλεμε συμμοριτοπόλεμοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

συμμοριτοπόλεμος < συμμορίτης + -ο- + πόλεμος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομελοποτιρομμυσ

συμμοριτοπόλεμος αρσενικό

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομελοποτιρομμυσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)