συμμοριόπληκτος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- συμμοριόπληκτος < συμμορί(α) + -ό-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) + -πληκτοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -πληκτος (νέα ελληνικά) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτκηλποιρομμυσ
συμμοριόπληκτος, -η, -ο
- που έχει πληγεί από συμμορίες ή (παρωχημένο) από τον συμμοριτοπόλεμο
- ≈ συνώνυμα: ανταρτόπληκτος
Συγγενικά
Μεταφράσεις
συμμοριόπληκτος
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -πληκτος (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά