συμπαθητικομιμητικό
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- συμπαθητικομιμητικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συμπαθητικομιμητικός. Εννοείται η λέξη φάρμακο.
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οκιτημιμοκιτηθαπμυσ
συμπαθητικομιμητικό ουδέτερο
- (ιατρικήΚατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά), φαρμακευτικήΚατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)) ονομασία κατηγορίας φαρμάκου με συμπαθητικομιμητική δράση
Μεταφράσεις
συμπαθητικομιμητικό
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτουΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
συμπαθητικομιμητικό
- (αρσενικό) αιτιατική ενικού του συμπαθητικομιμητικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συμπαθητικομιμητικός Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οκιτημιμοκιτηθαπμυσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)