συμπαθητικότητα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμπαθητικότητα οι συμπαθητικότητες
      γενική της συμπαθητικότητας των συμπαθητικοτήτων
    αιτιατική τη συμπαθητικότητα τις συμπαθητικότητες
     κλητική συμπαθητικότητα συμπαθητικότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

συμπαθητικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) συμπαθητικ(ότης) + -ότηταΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά) < συμπαθητικός Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα συμ- (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /sim.ba.θi.tiˈko.ti.ta/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: συμπαθητικότητα
παλιότερος συλλαβισμός: συμπαθητικότητα

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκιτηθαπμυσ

συμπαθητικότητα θηλυκό

Συγγενικά

 και δείτε τις λέξεις συμπαθής, συν, παθητικότητα και πάθος

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα συμ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)