συνεπικουρούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
συνεπικουρούμαι
- παθητική φωνή του ρήματος συνεπικουρώ
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | συνεπικουρούμαι | συνεπικουρούμουν | θα συνεπικουρούμαι | να συνεπικουρούμαι | ||
| β' ενικ. | συνεπικουρείσαι | συνεπικουρούσουν | θα συνεπικουρείσαι | να συνεπικουρείσαι | ||
| γ' ενικ. | συνεπικουρείται | συνεπικουρούνταν | θα συνεπικουρείται | να συνεπικουρείται | ||
| α' πληθ. | συνεπικουρούμαστε | συνεπικουρούμασταν συνεπικουρούμαστε |
θα συνεπικουρούμαστε | να συνεπικουρούμαστε | ||
| β' πληθ. | συνεπικουρείστε | συνεπικουρούσασταν συνεπικουρούσαστε |
θα συνεπικουρείστε | να συνεπικουρείστε | συνεπικουρείστε | |
| γ' πληθ. | συνεπικουρούνται | συνεπικουρούνταν | θα συνεπικουρούνται | να συνεπικουρούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | συνεπικουρήθηκα | θα συνεπικουρηθώ | να συνεπικουρηθώ | συνεπικουρηθεί | ||
| β' ενικ. | συνεπικουρήθηκες | θα συνεπικουρηθείς | να συνεπικουρηθείς | συνεπικουρήσου | ||
| γ' ενικ. | συνεπικουρήθηκε | θα συνεπικουρηθεί | να συνεπικουρηθεί | |||
| α' πληθ. | συνεπικουρηθήκαμε | θα συνεπικουρηθούμε | να συνεπικουρηθούμε | |||
| β' πληθ. | συνεπικουρηθήκατε | θα συνεπικουρηθείτε | να συνεπικουρηθείτε | συνεπικουρηθείτε | ||
| γ' πληθ. | συνεπικουρήθηκαν συνεπικουρηθήκαν(ε) |
θα συνεπικουρηθούν(ε) | να συνεπικουρηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω συνεπικουρηθεί | είχα συνεπικουρηθεί | θα έχω συνεπικουρηθεί | να έχω συνεπικουρηθεί | συνεπικουρημένος | |
| β' ενικ. | έχεις συνεπικουρηθεί | είχες συνεπικουρηθεί | θα έχεις συνεπικουρηθεί | να έχεις συνεπικουρηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει συνεπικουρηθεί | είχε συνεπικουρηθεί | θα έχει συνεπικουρηθεί | να έχει συνεπικουρηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε συνεπικουρηθεί | είχαμε συνεπικουρηθεί | θα έχουμε συνεπικουρηθεί | να έχουμε συνεπικουρηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε συνεπικουρηθεί | είχατε συνεπικουρηθεί | θα έχετε συνεπικουρηθεί | να έχετε συνεπικουρηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν συνεπικουρηθεί | είχαν συνεπικουρηθεί | θα έχουν συνεπικουρηθεί | να έχουν συνεπικουρηθεί | ||
Μεταφράσεις
συνεπικουρούμαι
|
|
Πηγές
- συνεπικουρούμαι - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ιαμυορυοκιπενυσ