συρματοκιβώτιο
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- συρματοκιβώτιο < σύρματ(ος) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + κιβώτιο
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιτωβικοταμρυσ
συρματοκιβώτιο ουδέτερο
- (τεχνολογίαΚατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά), αρχιτεκτονικήΚατηγορία:Αρχιτεκτονική (νέα ελληνικά)) κατασκευή με συρματόπλεγμα που συγκρατεί πέτρες και σχηματίζει σταθερά δομικά στοιχεία, με τα οποία δημιουργούνται τοίχοι συγκράτησης πρανών
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
συρματοκιβώτιο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αρχιτεκτονική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά)