συσκευή κατάδειξης
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- συσκευή κατάδειξης < → δείτε τις λέξεις συσκευή και κατάδειξη < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) pointing device
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηξιεδατακηυεκσυσ
συσκευή κατάδειξης (en)
- (τεχνολογίαΚατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά), πληροφορικήΚατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά)) pointing device: κάθε συσκευή, όπως το ποντίκι (mouse), που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο ενός δείκτη (pointer) ή δρομέα (cursor) σε οθόνη.
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Μπορείτε να επιλέγετε τα πλήκτρα, χρησιμοποιώντας το ποντίκι ή μια άλλη συσκευή κατάδειξης[1]
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μια συσκευή κατάδειξης για να κάνετε κλικ σε εικονίδια στην οθόνη σας[2]
Συνώνυμα
Υπερώνυμα
Υπώνυμα
- ιχνόσφαιρα (trackball)
- ποντίκι (υπολογιστή)
Δείτε επίσης
- Pointing devices, εικόνες στα Wikimedia Commons
Μεταφράσεις
συσκευή κατάδειξης
Αναφορές
- ↑ Χρήση του πληκτρολογίου οθόνης (OSK) για πληκτρολόγηση. Προσπέλαση 2020-05-12.
- ↑ Πώς να χρησιμοποιήσετε μια συσκευή κατάδειξης με το AssistiveTouch σε iPhone, iPad ή iPod touch. Προσπέλαση 2020-05-12.
- 1 2 «συσκευή δείξης», «συσκευή κατάδειξης», «συσκευή κατεύθυνσης» από αναζήτηση «pointing device» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και τον ΕΛΕΤΟ.
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά)