σφουγγαράδικος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σφουγγαράδικος η σφουγγαράδικη το σφουγγαράδικο
      γενική του σφουγγαράδικου της σφουγγαράδικης του σφουγγαράδικου
    αιτιατική τον σφουγγαράδικο τη σφουγγαράδικη το σφουγγαράδικο
     κλητική σφουγγαράδικε σφουγγαράδικη σφουγγαράδικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σφουγγαράδικοι οι σφουγγαράδικες τα σφουγγαράδικα
      γενική των σφουγγαράδικων των σφουγγαράδικων των σφουγγαράδικων
    αιτιατική τους σφουγγαράδικους τις σφουγγαράδικες τα σφουγγαράδικα
     κλητική σφουγγαράδικοι σφουγγαράδικες σφουγγαράδικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σφουγγαράδικος < σφουγγαράς + -ικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιδαραγγυοφσ

σφουγγαράδικος

  1. που έχει σχέση με σφουγγαρά ή σφουγγαράδικο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
  2. (ουσιαστικοποιημένο) σφουγγαράδικο

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιδαραγγυοφσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά