σφουγγαράδικος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- σφουγγαράδικος < σφουγγαράς + -ικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιδαραγγυοφσ
σφουγγαράδικος
- που έχει σχέση με σφουγγαρά ή σφουγγαράδικο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
- (ουσιαστικοποιημένο) σφουγγαράδικο
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις σφουγγαράς και σφουγγάρι
Μεταφράσεις
σφουγγαράδικος
|
|