σωροβολιάζομαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμοζαιλοβορωσ
σωροβολιάζομαι
- (παρωχημένοΚατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά), ιδιωματικόΚατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)) πέφτω κάτω αναίσθητος ή εξαιτίας της κούρασης
Συγγενικά
- γκρεμοσωροβολιάζω
- σωροβολιά
- σωροβόλιασμα
- σωροβολιασμένος
- → δείτε τις λέξεις σωρός και βάλλω
Σημειώσεις
- σπάνια απαντά και η ενεργητική φωνή σωροβολιάζω / σωροβολιάω
Μεταφράσεις
σωροβολιάζομαι
|
|
Πηγές
- σωροβολιάζομαι - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Αναφορές
- ↑ σωροβόλιον - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιάζομαι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)