ταλαντεύομαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /ta.la(n)ˈde.vo.me/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τα‐λα‐ντεύ‐ο‐μαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμουετναλατ
ταλαντεύομαι, μτχ.π.ε.: ταλαντευόμενος, π.αόρ.: ταλαντεύτηκα, μτχ.π.π.: ταλαντευμένος
- παθητική φωνή του ρήματος ταλαντεύω
- (φυσική)Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά) υφίσταμαι ταλάντωση
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτη κατάδυση: ...στον Ωκεάνιο Βυθό, εκδ. Δωδώνη, σελ. 41, 1997)
- (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) δεν μπορώ να καταλήξω σε απόφαση, είμαι αναποφάσιστος και δυσκολεύομαι να επιλέξω
- ≈ συνώνυμα: αμφιρρέπω, αμφιταλαντεύομαι, διχάζομαι
- → δείτε παλαντζάρω και πελαγοδρομώ
Συγγενικά
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ταλαντεύομαι | ταλαντευόμουν(α) | θα ταλαντεύομαι | να ταλαντεύομαι | ταλαντευόμενος | |
| β' ενικ. | ταλαντεύεσαι | ταλαντευόσουν(α) | θα ταλαντεύεσαι | να ταλαντεύεσαι | (ταλαντεύου) | |
| γ' ενικ. | ταλαντεύεται | ταλαντευόταν(ε) | θα ταλαντεύεται | να ταλαντεύεται | ||
| α' πληθ. | ταλαντευόμαστε | ταλαντευόμαστε ταλαντευόμασταν |
θα ταλαντευόμαστε | να ταλαντευόμαστε | ||
| β' πληθ. | ταλαντεύεστε | ταλαντευόσαστε ταλαντευόσασταν |
θα ταλαντεύεστε | να ταλαντεύεστε | (ταλαντεύεστε) | |
| γ' πληθ. | ταλαντεύονται | ταλαντεύονταν ταλαντευόντουσαν |
θα ταλαντεύονται | να ταλαντεύονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ταλαντεύτηκα | θα ταλαντευτώ | να ταλαντευτώ | ταλαντευτεί | ||
| β' ενικ. | ταλαντεύτηκες | θα ταλαντευτείς | να ταλαντευτείς | ταλαντεύσου | ||
| γ' ενικ. | ταλαντεύτηκε | θα ταλαντευτεί | να ταλαντευτεί | |||
| α' πληθ. | ταλαντευτήκαμε | θα ταλαντευτούμε | να ταλαντευτούμε | |||
| β' πληθ. | ταλαντευτήκατε | θα ταλαντευτείτε | να ταλαντευτείτε | ταλαντευτείτε | ||
| γ' πληθ. | ταλαντεύτηκαν ταλαντευτήκαν(ε) |
θα ταλαντευτούν(ε) | να ταλαντευτούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω ταλαντευτεί | είχα ταλαντευτεί | θα έχω ταλαντευτεί | να έχω ταλαντευτεί | ταλαντευμένος | |
| β' ενικ. | έχεις ταλαντευτεί | είχες ταλαντευτεί | θα έχεις ταλαντευτεί | να έχεις ταλαντευτεί | ||
| γ' ενικ. | έχει ταλαντευτεί | είχε ταλαντευτεί | θα έχει ταλαντευτεί | να έχει ταλαντευτεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε ταλαντευτεί | είχαμε ταλαντευτεί | θα έχουμε ταλαντευτεί | να έχουμε ταλαντευτεί | ||
| β' πληθ. | έχετε ταλαντευτεί | είχατε ταλαντευτεί | θα έχετε ταλαντευτεί | να έχετε ταλαντευτεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν ταλαντευτεί | είχαν ταλαντευτεί | θα έχουν ταλαντευτεί | να έχουν ταλαντευτεί | ||
Μεταφράσεις
Πηγές
- ταλαντεύομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ταλαντεύομαι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ιαμουετναλατ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)