τανταλιούχος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τανταλιούχος η τανταλιούχα το τανταλιούχο
      γενική του τανταλιούχου της τανταλιούχας του τανταλιούχου
    αιτιατική τον τανταλιούχο την τανταλιούχα το τανταλιούχο
     κλητική τανταλιούχε τανταλιούχα τανταλιούχο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τανταλιούχοι οι τανταλιούχες τα τανταλιούχα
      γενική των τανταλιούχων των τανταλιούχων των τανταλιούχων
    αιτιατική τους τανταλιούχους τις τανταλιούχες τα τανταλιούχα
     κλητική τανταλιούχοι τανταλιούχες τανταλιούχα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

τανταλιούχος < ταντάλιο + -ούχος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοχυοιλατνατ

τανταλιούχος, -α, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοχυοιλατνατ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)