ταπητοκαθαριστήριο
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ταπητοκαθαριστήριο < τάπης + καθαριστήριο
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιρητσιραθακοτηπατ
ταπητοκαθαριστήριο ουδέτερο
Μεταφράσεις
ταπητοκαθαριστήριο
|
|