ταχυδακτυλουργικώς
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ταχυδακτυλουργικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) ταχυδακτυλουργικῶς (μαρτυρείται από το 1877).[1] Συγχρονικά αναλύεται σε ταχυδακτυλουργικ(ός) + -ώςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ώς (νέα ελληνικά).
ΕπίρρημαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σωκιγρυολυτκαδυχατ
ταχυδακτυλουργικώς
Αναφορές
- ↑ ταχυδακτυλουργικώς, σελ.982, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
Πηγές
- ταχυδακτυλουργικός (ταχυδακτυλουργικά & -ώς) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σωκιγρυολυτκαδυχατ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ώς (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)