ταχυθερμοσίφωνας

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ταχυθερμοσίφωνας οι ταχυθερμοσίφωνες
      γενική του ταχυθερμοσίφωνα των ταχυθερμοσιφώνων
    αιτιατική τον ταχυθερμοσίφωνα τους ταχυθερμοσίφωνες
     κλητική ταχυθερμοσίφωνα ταχυθερμοσίφωνες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ταχυθερμοσίφωνας < ταχυ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ταχυ- (νέα ελληνικά) + θερμοσίφωνας

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σανωφισομρεθυχατ

ταχυθερμοσίφωνας αρσενικό

Πηγές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σανωφισομρεθυχατ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ταχυ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)