ταϊβανέζικος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ταϊβανέζικος η ταϊβανέζικη το ταϊβανέζικο
      γενική του ταϊβανέζικου της ταϊβανέζικης του ταϊβανέζικου
    αιτιατική τον ταϊβανέζικο την ταϊβανέζικη το ταϊβανέζικο
     κλητική ταϊβανέζικε ταϊβανέζικη ταϊβανέζικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ταϊβανέζικοι οι ταϊβανέζικες τα ταϊβανέζικα
      γενική των ταϊβανέζικων των ταϊβανέζικων των ταϊβανέζικων
    αιτιατική τους ταϊβανέζικους τις ταϊβανέζικες τα ταϊβανέζικα
     κλητική ταϊβανέζικοι ταϊβανέζικες ταϊβανέζικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ταϊβανέζικος < Ταϊβανέζ(ος) + -ικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιζεναβιατ

ταϊβανέζικος, -η, -ο

  • που προέρχεται από την Ταϊβάν ή αναφέρεται στο λαό της, στη γλώσσα και τον πολιτισμό της

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιζεναβιατ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά