τελειωτικότητα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- τελειωτικότητα < τελειωτικός + -ότηταΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκιτωιελετ
τελειωτικότητα θηλυκό
- (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) η ιδιότητα ή η κατάσταση τού να είναι κάτι ολοκληρωμένο, περατωμένο ή να έχει φτάσει στο τέλος του
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Πάντως, κατά την άποψή μου το συγκεκριμένο νομικό δίλημμα ευχερώς αίρεται, αν ληφθεί υπόψη ότι η «τελειωτικότητα» ως ουσιώδες στοιχείο του επιτρεπτού της εκκαλούμενης δικαστικής απόφασης αποτελεί προέκταση της «οριστικότητας» της δικαστικής απόφασης, ώστε οι λοιποί περιορισμοί του άρθρου 513 §1 ΚΠολΔ (απόφαση, πρωτοβάθμιου οργανικά και λειτουργικά δικαστηρίου, οριστική διάγνωση της διαφοράς) να καταλαμβάνουν και την περίπτωση της συνεκδίκασης αγωγής-ανταγωγής, καθότι κι εκεί συμπληρώνεται – επαληθεύεται ο κανόνας του επιτρεπτού ασκήσεως έφεσης κατά οριστικών αποφάσεων, συνάμα δε, εισάγεται απόκλιση-εξαίρεση από την επιταγή τελικής διάγνωσης όλων των κεφαλαίων-κονδυλίων της δίκης. (Κωνσταντίνος Φωτόπουλος, Προϋποθέσεις επιτρεπτού άσκησης έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 513 §1 ΚΠολΔ, Αθήνα 2019, σελ. 71:36.)
Συγγενικά
Μεταφράσεις
τελειωτικότητα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)