τερψιλαρύγγιον
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- τερψιλαρύγγιον < ουδέτερο του τερψιλαρύγγιος
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#νοιγγυραλιψρετ
τερψιλαρύγγιον ουδέτερο