τετραβασίλειο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τετραβασίλειο τα τετραβασίλεια
      γενική του τετραβασιλείου
& τετραβασίλειου
των τετραβασιλείων
    αιτιατική το τετραβασίλειο τα τετραβασίλεια
     κλητική τετραβασίλειο τετραβασίλεια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

τετραβασίλειο < μεσαιωνική ελληνική τετρα- + βασίλειο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιελισαβαρτετ

τετραβασίλειο ουδέτερο

  1. συμμαχία ή συνένωση τεσσάρων βασιλείων
  2. βασιλική εξουσία επί τεσσάρων επιμέρους βασιλείων

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οιελισαβαρτετ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)