τετρανιτρομεθυλανιλίνη

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τετρανιτρομεθυλανιλίνη οι τετρανιτρομεθυλανιλίνες
      γενική της τετρανιτρομεθυλανιλίνης των τετρανιτρομεθυλανιλινών
    αιτιατική την τετρανιτρομεθυλανιλίνη τις τετρανιτρομεθυλανιλίνες
     κλητική τετρανιτρομεθυλανιλίνη τετρανιτρομεθυλανιλίνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

τετρανιτρομεθυλανιλίνη < τετρα- + νιτρομεθυλανιλίνη ή αζωτομεθυλανιλίνη

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηνιλιναλυθεμορτιναρτετ

τετρανιτρομεθυλανιλίνη θηλυκό,

  1. (χημεία)Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά): χημική ένωση τετρανιτρωμένης αζωτομεθυλανιλίνης, πρόκειται για εκρηκτική ουσία περισσότερο γνωστή με το όνομα τετρύλη
  2. νιτρωμένη διμεθυλανιλίνη

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ηνιλιναλυθεμορτιναρτετ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)