τεχνική εκπαίδευση
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- τεχνική εκπαίδευση < → δείτε τις λέξεις τεχνικός και εκπαίδευση
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησυεδιαπκεηκινχετ
τεχνική εκπαίδευση θηλυκό
- (εκπαίδευση)Κατηγορία:Εκπαίδευση (νέα ελληνικά) σύστημα διδασκαλίας που επικεντρώνεται στην απόκτηση πρακτικών δεξιοτήτων και τεχνογνωσίας σε συγκεκριμένα επαγγελματικά πεδία
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησυεδιαπκεηκινχετ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Εκπαίδευση (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)