τεχνοοικονομικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- τεχνοοικονομικός < τεχνο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα τεχνο- (νέα ελληνικά) + οικονομικός
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιμονοκιοονχετ
τεχνοοικονομικός
- που σχετίζεται με την ταυτόχρονη εξέταση τεχνολογικών και οικονομικών παραμέτρων για τη λήψη αποφάσεων ή την αξιολόγηση έργων και διαδικασιών
Μεταφράσεις
τεχνοοικονομικός
|
|