τεχνοοικονομικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τεχνοοικονομικός η τεχνοοικονομική το τεχνοοικονομικό
      γενική του τεχνοοικονομικού της τεχνοοικονομικής του τεχνοοικονομικού
    αιτιατική τον τεχνοοικονομικό την τεχνοοικονομική το τεχνοοικονομικό
     κλητική τεχνοοικονομικέ τεχνοοικονομική τεχνοοικονομικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τεχνοοικονομικοί οι τεχνοοικονομικές τα τεχνοοικονομικά
      γενική των τεχνοοικονομικών των τεχνοοικονομικών των τεχνοοικονομικών
    αιτιατική τους τεχνοοικονομικούς τις τεχνοοικονομικές τα τεχνοοικονομικά
     κλητική τεχνοοικονομικοί τεχνοοικονομικές τεχνοοικονομικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

τεχνοοικονομικός < τεχνο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα τεχνο- (νέα ελληνικά) + οικονομικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιμονοκιοονχετ

τεχνοοικονομικός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιμονοκιοονχετ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα τεχνο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά