τηλεδιαβούλευση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | τηλεδιαβούλευση | οι | τηλεδιαβουλεύσεις |
| γενική | της | τηλεδιαβούλευσης* | των | τηλεδιαβουλεύσεων |
| αιτιατική | την | τηλεδιαβούλευση | τις | τηλεδιαβουλεύσεις |
| κλητική | τηλεδιαβούλευση | τηλεδιαβουλεύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, τηλεδιαβουλεύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησυελυοβαιδελητ
τηλεδιαβούλευση θηλυκό
- (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) η διαδικασία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών εξ αποστάσεως, συνήθως μέσω τεχνολογιών τηλεπικοινωνίας, όπως βιντεοκλήσεις ή τηλεφωνικές συνομιλίες, που χρησιμοποιείται ευρέως στον τομέα της υγείας και σε άλλους επαγγελματικούς τομείς
Μεταφράσεις
τηλεδιαβούλευση
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα τηλε- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)