τοιχοδομούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
τοιχοδομούμαι
- (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) παθητική φωνή του ρήματος τοιχοδομώ
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | τοιχοδομούμαι | τοιχοδομούμουν | θα τοιχοδομούμαι | να τοιχοδομούμαι | ||
| β' ενικ. | τοιχοδομείσαι | τοιχοδομούσουν | θα τοιχοδομείσαι | να τοιχοδομείσαι | ||
| γ' ενικ. | τοιχοδομείται | τοιχοδομούνταν | θα τοιχοδομείται | να τοιχοδομείται | ||
| α' πληθ. | τοιχοδομούμαστε | τοιχοδομούμασταν τοιχοδομούμαστε |
θα τοιχοδομούμαστε | να τοιχοδομούμαστε | ||
| β' πληθ. | τοιχοδομείστε | τοιχοδομούσασταν τοιχοδομούσαστε |
θα τοιχοδομείστε | να τοιχοδομείστε | τοιχοδομείστε | |
| γ' πληθ. | τοιχοδομούνται | τοιχοδομούνταν | θα τοιχοδομούνται | να τοιχοδομούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | τοιχοδομήθηκα | θα τοιχοδομηθώ | να τοιχοδομηθώ | τοιχοδομηθεί | ||
| β' ενικ. | τοιχοδομήθηκες | θα τοιχοδομηθείς | να τοιχοδομηθείς | τοιχοδομήσου | ||
| γ' ενικ. | τοιχοδομήθηκε | θα τοιχοδομηθεί | να τοιχοδομηθεί | |||
| α' πληθ. | τοιχοδομηθήκαμε | θα τοιχοδομηθούμε | να τοιχοδομηθούμε | |||
| β' πληθ. | τοιχοδομηθήκατε | θα τοιχοδομηθείτε | να τοιχοδομηθείτε | τοιχοδομηθείτε | ||
| γ' πληθ. | τοιχοδομήθηκαν τοιχοδομηθήκαν(ε) |
θα τοιχοδομηθούν(ε) | να τοιχοδομηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω τοιχοδομηθεί | είχα τοιχοδομηθεί | θα έχω τοιχοδομηθεί | να έχω τοιχοδομηθεί | τοιχοδομημένος | |
| β' ενικ. | έχεις τοιχοδομηθεί | είχες τοιχοδομηθεί | θα έχεις τοιχοδομηθεί | να έχεις τοιχοδομηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει τοιχοδομηθεί | είχε τοιχοδομηθεί | θα έχει τοιχοδομηθεί | να έχει τοιχοδομηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε τοιχοδομηθεί | είχαμε τοιχοδομηθεί | θα έχουμε τοιχοδομηθεί | να έχουμε τοιχοδομηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε τοιχοδομηθεί | είχατε τοιχοδομηθεί | θα έχετε τοιχοδομηθεί | να έχετε τοιχοδομηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν τοιχοδομηθεί | είχαν τοιχοδομηθεί | θα έχουν τοιχοδομηθεί | να έχουν τοιχοδομηθεί | ||
Μεταφράσεις
τοιχοδομούμαι
|
|
Πηγές
- τοιχοδομούμαι - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ιαμυομοδοχιοτ