τουαλεταρίζομαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- τουαλεταρίζομαι < τουαλέτα + -ίζομαιΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίζομαι (νέα ελληνικά)
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμοζιρατελαυοτ
τουαλεταρίζομαι (αποθετικό)Κατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
- κάνω την ατομική μου τουαλέτα, την προσωπική μου σωματική υγιεινή
- φορώ τουαλέτα, επίσημο πολυτελές γυναικείο φόρεμα, κατά κανόνα μακρύ
Μεταφράσεις
τουαλεταρίζομαι
|
|