τουβλότοιχος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αντίλαλος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία el
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοχιοτολβυοτ
τουβλότοιχος αρσενικό
- τοίχος χτισμένος από τούβλα Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοχιοτολβυοτ