τουλούππας

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία 1

τουλούππας < τουλούππ(α) + -αςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ας (κυπριακά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:ΚυπριακάΚατηγορία:Ουσιαστικά (κυπριακά)

τουλούππας αρσενικό

Δείτε επίσης


Ετυμολογία 2

τουλούππας < κλιτικός τύπος

Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (κυπριακά)

τουλούππας θηλυκό

Ομώνυμα / Ομόηχα

Παρώνυμα

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (κυπριακά) Κατηγορία:Κυπριακά Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ας (κυπριακά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (κυπριακά) Κατηγορία:Σελίδες που χρησιμοποιούν μαγικούς συνδέσμους ISBN