τουρκομερίτικος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- τουρκομερίτικος < τουρκομερίτης + -ικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτιρεμοκρυοτ
τουρκομερίτικος
- που έχει σχέση με τουρκομερίτες ή αναφέρεται σ’ αυτούς
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις τουρκομερίτης, Τούρκος και μέρος
Μεταφράσεις
τουρκομερίτικος
|
|
Πηγές
- τουρκομερίτικος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτιρεμοκρυοτ