τραβατζάρισμα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τραβατζάρισμα τα τραβατζαρίσματα
      γενική του τραβατζαρίσματος των τραβατζαρισμάτων
    αιτιατική το τραβατζάρισμα τα τραβατζαρίσματα
     κλητική τραβατζάρισμα τραβατζαρίσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

τραβατζάρισμα < τραβατζάρω + -ισμαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ισμα (νέα ελληνικά) < ιταλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά) travasare < λατινική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά) trans + vasum

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμσιραζταβαρτ

τραβατζάρισμα ουδέτερο

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αμσιραζταβαρτ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ισμα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)