τραμπουκέτο
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οτεκυοπμαρτ
τραμπουκέτο ουδέτερο
- (θέατρο)Κατηγορία:Θέατρο (νέα ελληνικά) θεατρικός μηχανισμός —συχνά καταπακτή ή κρυφό άνοιγμα— που επιτρέπει την αιφνίδια εμφάνιση ή εξαφάνιση προσώπων και αντικειμένων στη σκηνή, ενισχύοντας την αίσθηση του απρόβλεπτου ή του μυστηρίου
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οτεκυοπμαρτ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Θέατρο (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα παλαιά οξιτανικά (νέα ελληνικά)