τραμπουκέτο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τραμπουκέτο τα τραμπουκέτα
      γενική του τραμπουκέτου των τραμπουκέτων
    αιτιατική το τραμπουκέτο τα τραμπουκέτα
     κλητική τραμπουκέτο τραμπουκέτα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

τραμπουκέτο < ιταλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά) trabocchetto < παλαιά οξιτανική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα παλαιά οξιτανικά (νέα ελληνικά) trabuquet

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οτεκυοπμαρτ

τραμπουκέτο ουδέτερο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οτεκυοπμαρτ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Θέατρο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα παλαιά οξιτανικά (νέα ελληνικά)