τραυματίας
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | τραυματίας | οι | τραυματίες |
| γενική | του/της | τραυματία | των | τραυματιών |
| αιτιατική | τον/την | τραυματία | τους/τις | τραυματίες |
| κλητική | τραυματία | τραυματίες | ||
| Στη γενική ενικού για το θηλυκό, συχνά εκφέρεται τύπος σε -ας. Για την αστάθεια τύπων της γενικής ενικού του θηλυκού, δείτε τα σχόλια στο Παράρτημα: «ταμίας». | ||||
| Κατηγορία όπως «ταμίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαιταμυαρτ
τραυματίας αρσενικό ή θηλυκό
- που έχει υποστεί τραυματισμό, ο τραυματισμένος
ο απολογισμός του τραγικού τροχαίου ήταν δύο νεκροί και δύο τραυματίες
Σύνθετα
- τραυματιοφορέας
- πολυτραυματίας
- → δείτε τη λέξη τραύμα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
τραυματίας
Αρχαία ελληνικά (grc)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | τραυματίᾱς | οἱ | τραυματίαι |
| γενική | τοῦ | τραυματίου | τῶν | τραυματιῶν |
| δοτική | τῷ | τραυματίᾳ | τοῖς | τραυματίαις |
| αιτιατική | τὸν | τραυματίᾱν | τοὺς | τραυματίᾱς |
| κλητική ὦ! | τραυματίᾱ | τραυματίαι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | τραυματίᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | τραυματίαιν | ||
| Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | ||||
| 1η κλίση, ομάδα 'νεανίας', Κατηγορία 'νεανίας' όπως «νεανίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- τραυματίας < θέμα τραυματ- του τραῦμα + -ίαςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίας (αρχαία ελληνικά).
Προφορά
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σαιταμυαρτ
τραυματίας, -ου αρσενικό
- τραυματίας, τραυματισμένος άνθρωπος
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από τον Θουκυδίδη (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά) 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Η, 27.4
- ὡς τάχιστα δὲ ἐκέλευε τούς τε τραυματίας ἀναλαβόντας
- Θεωρούσε ότι έπρεπε να πάρουν αμέσως τους τραυματίες
- Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greek‑language.gr
- ὡς τάχιστα δὲ ἐκέλευε τούς τε τραυματίας ἀναλαβόντας
- ≈ συνώνυμα: τετρωμένος
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από τον Θουκυδίδη (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά) 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Η, 27.4
Άλλες μορφές
Πηγές
- τραυματίας - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τραυματίας - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαιταμυαρτ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίας (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από τον Θουκυδίδη (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά 1ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'νεανίας' (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'νεανίας' (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νεανίας' (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ταμίας' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)