τραχειοτομία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τραχειοτομία οι τραχειοτομίες
      γενική της τραχειοτομίας των τραχειοτομιών
    αιτιατική την τραχειοτομία τις τραχειοτομίες
     κλητική τραχειοτομία τραχειοτομίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

τραχειοτομία < τραχεί(α) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -τομίαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τομία (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιμοτοιεχαρτ

τραχειοτομία θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιμοτοιεχαρτ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)