τριβόμενο σύμφωνο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τριβόμενο σύμφωνο τα τριβόμενα σύμφωνα
      γενική του τριβομένου συμφώνου
τριβόμενου συμφώνου
των τριβομένων συμφώνων
τριβόμενων συμφώνων
    αιτιατική το τριβόμενο σύμφωνο τα τριβόμενα σύμφωνα
     κλητική τριβόμενο σύμφωνο τριβόμενα σύμφωνα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

τριβόμενο σύμφωνο <  δείτε τις λέξεις τριβόμενος και σύμφωνο

Προφορά

ΔΦΑ : /triˈvo.me.no ˈsiɱ.fo.no/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονωφμυσονεμοβιρτ

τριβόμενο σύμφωνο ουδέτερο

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)