τρικυμιωδώς
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- τρικυμιωδώς < τρικυμιώδης + -ώςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ώς (νέα ελληνικά)
ΕπίρρημαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σωδωιμυκιρτ
τρικυμιωδώς
Μεταφράσεις
τρικυμιωδώς
|
|