τρομπετίστρια

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τρομπετίστρια οι τρομπετίστριες
      γενική της τρομπετίστριας των τρομπετιστριών
    αιτιατική την τρομπετίστρια τις τρομπετίστριες
     κλητική τρομπετίστρια τρομπετίστριες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

τρομπετίστρια < τρομπετίστας + κατάληξη θηλυκού -τριαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τρια (νέα ελληνικά) < ιταλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά) trompettista < trombetta < tromba < φραγκική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα φραγκικά (νέα ελληνικά) *trumba

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιρτσιτεπμορτ

τρομπετίστρια θηλυκό

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιρτσιτεπμορτ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τρια (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μουσική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα φραγκικά (νέα ελληνικά)