τρυποκάρυδο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τρυποκάρυδο τα τρυποκάρυδα
      γενική του τρυποκάρυδου των τρυποκάρυδων
    αιτιατική το τρυποκάρυδο τα τρυποκάρυδα
     κλητική τρυποκάρυδο τρυποκάρυδα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

τρυποκάρυδο < τρυπώ + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + καρύδι + -οΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οδυρακοπυρτ

τρυποκάρυδο ουδέτερο

  1. (πτηνό)Κατηγορία:Πτηνά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ζώα (νέα ελληνικά) μικρό στρουθιόμορφο πτηνό (Troglodytes troglodytes) με κοντή ουρά, ζωηρή κίνηση και χαρακτηριστικό τραγούδι, που συναντάται σε ποικίλα οικοσυστήματα του βόρειου ημισφαιρίου
    άλλες μορφές: τρυποκάρυδος
     συνώνυμα: τρυποφράχτης, τρωγλοδύτης
  2. (πτηνό)Κατηγορία:Πτηνά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ζώα (νέα ελληνικά) το πτηνό αιγίθαλος (Aegithalos caudatus)
  3. (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) δειλός
  4. (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) άτομο που του αρέσει να ανακατεύεται με τα πάντα

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ζώα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πτηνά (νέα ελληνικά)