τσιπουροκατάνυξη
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- τσιπουροκατάνυξη < τσίπουρ(ο) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + κατάνυξη
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηξυνατακορυοπιστ
τσιπουροκατάνυξη θηλυκό (& τσιπροκατάνυξη)
- (λαϊκότροποΚατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά), ειρωνικόΚατηγορία:Ειρωνικοί όροι (νέα ελληνικά)) υπερβολική κατανάλωση τσίπουρου
Μεταφράσεις
τσιπουροκατάνυξη
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ειρωνικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)