υδροδυναμικότητα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- υδροδυναμικότητα < υδρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υδρο- (νέα ελληνικά) + δυναμικότητα
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκιμανυδορδυ
υδροδυναμικότητα θηλυκό
- (σπάνιο)Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά) η ικανότητα ενός αντικειμένου ή σώματος να μειώνει την αντίσταση που συναντά κατά την κίνησή του μέσα στο νερό
Μεταφράσεις
υδροδυναμικότητα
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υδρο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)