υδροφόρος ορίζοντας
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | υδροφόρος ορίζοντας | οι | υδροφόροι ορίζοντες |
| γενική | του | υδροφόρου ορίζοντα | των | υδροφόρων οριζόντων |
| αιτιατική | τον | υδροφόρο ορίζοντα | τους | υδροφόρους ορίζοντες |
| κλητική | υδροφόρε ορίζοντα | υδροφόροι ορίζοντες | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- → δείτε τις λέξεις υδροφόρος και ορίζοντας → λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σατνοζιροσοροφορδυ
υδροφόρος ορίζοντας αρσενικό
- (γεωλογίαΚατηγορία:Γεωλογία (νέα ελληνικά), υδρολογία) η επάνω επιφάνεια των όγκων νερού που βρίσκονται συγκεντρωμένα σε κοιλότητες κάτω από την επιφάνεια της γης
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
υδροφόρος ορίζοντας
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γεωλογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση αρσενικών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)