υλικοκατασκευαστικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- υλικοκατασκευαστικός < υλικό + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + κατασκευαστικός
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσαυεκσατακοκιλυ
υλικοκατασκευαστικός, -ή, -ό
- (αρχιτεκτονικήΚατηγορία:Αρχιτεκτονική (νέα ελληνικά), σπάνιοΚατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)) που έχει σχέση με τα υλικά και τον τρόπο κατασκευής ή αναφέρεται σʼ αυτά
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Επιπλέον, η επανατοποθέτηση των επισκεπτών με αναπηρίες στο επίκεντρο του μουσειολογικού ενδιαφέροντος και η μεταβολή του ρόλου τους δεν πρέπει να επαφίεται στη διαρρύθμιση των υλικοκατασκευαστικών υποδομών και της εργονομίας των εκθέσεων. (Ευαγγελία Παπαλεξανδροπούλου, Ο κοινωνικός και εκπαιδευτικός ρόλος του σύγχρονου μουσείου: Παραδείγματα μουσείων της Πελοποννήσου, σελ. 68)
Μεταφράσεις
υλικοκατασκευαστικός
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αρχιτεκτονική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)