υπεραντικείμενο
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονεμιεκιτναρεπυ
υπεραντικείμενο ουδέτερο
- οντότητα τόσο εκτεταμένη στον χώρο και τον χρόνο, που δεν μπορεί να γίνει πλήρως αντιληπτή από μια ανθρώπινη συνείδηση, παρά μόνο σε μερικές όψεις της
- (πληροφορική)Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά) δομές δεδομένων ή αντικείμενα που περιέχουν ή συνδέουν πολλαπλά είδη πληροφοριών, επιτρέποντας την ενσωμάτωση και διαχείριση πολυμεσικού περιεχομένου
Μεταφράσεις
υπεραντικείμενο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)