υπεργεωμετρική

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπεργεωμετρική οι υπεργεωμετρικές
      γενική της υπεργεωμετρικής των υπεργεωμετρικών
    αιτιατική την υπεργεωμετρική τις υπεργεωμετρικές
     κλητική υπεργεωμετρική υπεργεωμετρικές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

υπεργεωμετρική < υπέρ + γεωμετρικός

Κλιτικός τύπος επιθέτουΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)

υπεργεωμετρική

Δείτε επίσης

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Στατιστική (νέα ελληνικά)