υπεργεωμετρική
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- υπεργεωμετρική < υπέρ + γεωμετρικός
Κλιτικός τύπος επιθέτουΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
υπεργεωμετρική
- (στατιστική)Κατηγορία:Στατιστική (νέα ελληνικά) υπεργεωμετρική κατανομή: διακριτή κατανομή πιθανότητας που περιγράφει την πιθανότητα επιτυχίας σε τυχαία δειγματοληψία χωρίς αντικατάσταση από πεπερασμένο πληθυσμό με δύο κατηγορίες αντικειμένων