υπερεισαγγελέας

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η υπερεισαγγελέας οι υπερεισαγγελείς
      γενική του
του/της
υπερεισαγγελέα
υπερεισαγγελέως
των υπερεισαγγελέων
    αιτιατική τον/την υπερεισαγγελέα τους/τις υπερεισαγγελείς
     κλητική υπερεισαγγελέα υπερεισαγγελείς
Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό.
Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος.
Κατηγορία όπως «συγγραφέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'συγγραφέας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

υπερεισαγγελέας < υπερ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά) + εισαγγελέας

Προφορά

ΔΦΑ : /i.pe.ɾi.saŋ.ɟeˈle.as/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: υπερεισαγγελέας

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαελεγγασιερεπυ

υπερεισαγγελέας αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'συγγραφέας' (νέα ελληνικά)