υπερεκατονταετής
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | υπερεκατονταετής | η | υπερεκατονταετής | το | υπερεκατονταετές |
| γενική | του | υπερεκατονταετούς* | της | υπερεκατονταετούς | του | υπερεκατονταετούς |
| αιτιατική | τον | υπερεκατονταετή | την | υπερεκατονταετή | το | υπερεκατονταετές |
| κλητική | υπερεκατονταετή(ς) | υπερεκατονταετής | υπερεκατονταετές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | υπερεκατονταετείς | οι | υπερεκατονταετείς | τα | υπερεκατονταετή |
| γενική | των | υπερεκατονταετών | των | υπερεκατονταετών | των | υπερεκατονταετών |
| αιτιατική | τους | υπερεκατονταετείς | τις | υπερεκατονταετείς | τα | υπερεκατονταετή |
| κλητική | υπερεκατονταετείς | υπερεκατονταετείς | υπερεκατονταετή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
- υπερεκατονταετής < υπερ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά) + εκατονταετής
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητεατνοτακερεπυ
υπερεκατονταετής, -ής, -ές
- που διαρκεί πάνω από εκατό έτη
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Η υπερεκατονταετής ισχύς (από το 1901 κ.ε.) του βραβείου της Σουηδικής Ακαδημίας, ο μακρύς κατάλογος των βραβευθέντων, κατά κανόνα εκλεκτών εκπροσώπων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τα προνόμια —υλικά και άλλα— που εξασφαλίζει ο νικητής, περιβάλλουν με αδιαμφισβήτητο κύρος αυτή την τιμητική χειρονομία. (www.tovima.gr, 03.10.2023)
- που ζει πάνω από εκατό έτη
- άλλες μορφές: υπερεκατοντούτης
- ≈ συνώνυμα: υπεραιωνόβιος
Συγγενικά
Μεταφράσεις
υπερεκατονταετής
|
|