υπερεκλεκτικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτκελκερεπυ
υπερεκλεκτικός
- (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) που αναφέρεται σε μια διαδικασία ή επιλογή που γίνεται με εξαιρετικά αυστηρά κριτήρια ή με πολύ υψηλό βαθμό ακρίβειας και εξειδίκευσης
- (ειδικότερα, ιατρικήΚατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)) περιγράφει τεχνικές που στοχεύουν σε εξαιρετικά μικρές ή συγκεκριμένες περιοχές του σώματος, όπως ο υπερεκλεκτικός εμβολισμός, όπου ένας καθετήρας κατευθύνεται με ακρίβεια σε ένα μικρό αιμοφόρο αγγείο
Μεταφράσεις
υπερεκλεκτικός
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)