υπερεκχειλίζω
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- υπερεκχειλίζω < ὑπερεκχειλίζω (μαρτυρείται από το 1883).[1] Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά) + εκχειλίζω. Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα εκ- (νέα ελληνικά)
Προφορά
- ΔΦΑ : /i.peɾ.ek.çiˈli.zo/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐περ‐εκ‐χει‐λί‐ζω
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωζιλιεχκερεπυ
υπερεκχειλίζω, αόρ.: υπερεκχείλισα/υπερεξεχείλισα, μτχ.π.π.: υπερεκχειλισμένος (χωρίς παθητική φωνή)Κατηγορία:Ρήματα χωρίς παθητική φωνή (νέα ελληνικά)
- (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) εκχειλίζω σε μεγάλο βαθμό, υπέρμετρα
- (Χρειάζεται παράθεμα, έλεγχος μεταβατικού ή μάλλον αμετάβατου όπως το εκχειλίζω)Κατηγορία:Σελίδες που χρειάζονται επιμέλεια (ελληνικά)
Συνώνυμα
- ξεχειλίζω (μεταβατικό και αμετάβατο)
- πλημμυρίζω (μεταβατικό και αμετάβατο)
Συγγενικά
→ και δείτε τη λέξη χείλος
Κλίση
Και αρχαιοπρεπής αόριστος υπερεξεχείλισα[2]
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υπερεκχειλίζω | υπερεκχείλιζα | θα υπερεκχειλίζω | να υπερεκχειλίζω | υπερεκχειλίζοντας | |
| β' ενικ. | υπερεκχειλίζεις | υπερεκχείλιζες | θα υπερεκχειλίζεις | να υπερεκχειλίζεις | υπερεκχείλιζε | |
| γ' ενικ. | υπερεκχειλίζει | υπερεκχείλιζε | θα υπερεκχειλίζει | να υπερεκχειλίζει | ||
| α' πληθ. | υπερεκχειλίζουμε | υπερεκχειλίζαμε | θα υπερεκχειλίζουμε | να υπερεκχειλίζουμε | ||
| β' πληθ. | υπερεκχειλίζετε | υπερεκχειλίζατε | θα υπερεκχειλίζετε | να υπερεκχειλίζετε | υπερεκχειλίζετε | |
| γ' πληθ. | υπερεκχειλίζουν(ε) | υπερεκχείλιζαν υπερεκχειλίζαν(ε) |
θα υπερεκχειλίζουν(ε) | να υπερεκχειλίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υπερεκχείλισα | θα υπερεκχειλίσω | να υπερεκχειλίσω | υπερεκχειλίσει | ||
| β' ενικ. | υπερεκχείλισες | θα υπερεκχειλίσεις | να υπερεκχειλίσεις | υπερεκχείλισε | ||
| γ' ενικ. | υπερεκχείλισε | θα υπερεκχειλίσει | να υπερεκχειλίσει | |||
| α' πληθ. | υπερεκχειλίσαμε | θα υπερεκχειλίσουμε | να υπερεκχειλίσουμε | |||
| β' πληθ. | υπερεκχειλίσατε | θα υπερεκχειλίσετε | να υπερεκχειλίσετε | υπερεκχειλίστε | ||
| γ' πληθ. | υπερεκχείλισαν υπερεκχειλίσαν(ε) |
θα υπερεκχειλίσουν(ε) | να υπερεκχειλίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω υπερεκχειλίσει | είχα υπερεκχειλίσει | θα έχω υπερεκχειλίσει | να έχω υπερεκχειλίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις υπερεκχειλίσει | είχες υπερεκχειλίσει | θα έχεις υπερεκχειλίσει | να έχεις υπερεκχειλίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει υπερεκχειλίσει | είχε υπερεκχειλίσει | θα έχει υπερεκχειλίσει | να έχει υπερεκχειλίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε υπερεκχειλίσει | είχαμε υπερεκχειλίσει | θα έχουμε υπερεκχειλίσει | να έχουμε υπερεκχειλίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε υπερεκχειλίσει | είχατε υπερεκχειλίσει | θα έχετε υπερεκχειλίσει | να έχετε υπερεκχειλίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν υπερεκχειλίσει | είχαν υπερεκχειλίσει | θα έχουν υπερεκχειλίσει | να έχουν υπερεκχειλίσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (αμετάβατοι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι υπερεκχειλισμένος - είμαστε, είστε, είναι υπερεκχειλισμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν υπερεκχειλισμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν υπερεκχειλισμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι υπερεκχειλισμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι υπερεκχειλισμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι υπερεκχειλισμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι υπερεκχειλισμένοι | |||||
Μεταφράσεις
Αναφορές
- ↑ ὑπερεκχειλίζω - υπερεκχειλίζω, σελ.1083, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
- ↑ υπερεκχειλίζω, υπερεξεχείλισα Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα εκ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα χωρίς παθητική φωνή (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Σελίδες που χρειάζονται επιμέλεια (ελληνικά)