υπερελικοειδής
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | υπερελικοειδής | η | υπερελικοειδής | το | υπερελικοειδές |
| γενική | του | υπερελικοειδούς* | της | υπερελικοειδούς | του | υπερελικοειδούς |
| αιτιατική | τον | υπερελικοειδή | την | υπερελικοειδή | το | υπερελικοειδές |
| κλητική | υπερελικοειδή(ς) | υπερελικοειδής | υπερελικοειδές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | υπερελικοειδείς | οι | υπερελικοειδείς | τα | υπερελικοειδή |
| γενική | των | υπερελικοειδών | των | υπερελικοειδών | των | υπερελικοειδών |
| αιτιατική | τους | υπερελικοειδείς | τις | υπερελικοειδείς | τα | υπερελικοειδή |
| κλητική | υπερελικοειδείς | υπερελικοειδείς | υπερελικοειδή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηδιεοκιλερεπυ
υπερελικοειδής
- (βιολογία)Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά) που σχετίζεται με τη δομή βιολογικών μακρομορίων, όπως το DNA, που παρουσιάζει πρόσθετες ελικώσεις πέρα από τη βασική ελικοειδή μορφή, επηρεάζοντας τη συμπύκνωση και τη λειτουργία τους
Μεταφράσεις
υπερελικοειδής
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)