υπερεπεξεργασία
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αισαγρεξεπερεπυ
υπερεπεξεργασία θηλυκό
- η υπερβολική επεξεργασία ενός αντικειμένου ή διαδικασίας, συχνά με αρνητικές συνέπειες
- (ειδικότερα) η εκτεταμένη βιομηχανική επεξεργασία τροφίμων που αλλοιώνει σε μεγάλο βαθμό τη φυσική τους σύσταση, με προσθήκη ή αφαίρεση συστατικών, ώστε να παραχθούν προϊόντα με νέα υφή, γεύση ή διάρκεια ζωής
Συγγενικά
Δείτε επίσης
-
Ultra-processed food στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
υπερεπεξεργασία
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)