υπερεπεξεργασμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υπερεπεξεργασμένος η υπερεπεξεργασμένη το υπερεπεξεργασμένο
      γενική του υπερεπεξεργασμένου της υπερεπεξεργασμένης του υπερεπεξεργασμένου
    αιτιατική τον υπερεπεξεργασμένο την υπερεπεξεργασμένη το υπερεπεξεργασμένο
     κλητική υπερεπεξεργασμένε υπερεπεξεργασμένη υπερεπεξεργασμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υπερεπεξεργασμένοι οι υπερεπεξεργασμένες τα υπερεπεξεργασμένα
      γενική των υπερεπεξεργασμένων των υπερεπεξεργασμένων των υπερεπεξεργασμένων
    αιτιατική τους υπερεπεξεργασμένους τις υπερεπεξεργασμένες τα υπερεπεξεργασμένα
     κλητική υπερεπεξεργασμένοι υπερεπεξεργασμένες υπερεπεξεργασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

υπερεπεξεργασμένος < υπερ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά) + επεξεργασμένος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) ultra-processed)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσαγρεξεπερεπυ

υπερεπεξεργασμένος θηλυκό

  1. που έχει υποστεί υπερεπεξεργασία
  2. (ειδικότερα) για τρόφιμο που έχει υποστεί υπερεπεξεργασία

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσαγρεξεπερεπυ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)