υπερκείμενος

Δείτε επίσης: υπερκειμενικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υπερκείμενος η υπερκείμενη το υπερκείμενο
      γενική του υπερκείμενου της υπερκείμενης του υπερκείμενου
    αιτιατική τον υπερκείμενο την υπερκείμενη το υπερκείμενο
     κλητική υπερκείμενε υπερκείμενη υπερκείμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υπερκείμενοι οι υπερκείμενες τα υπερκείμενα
      γενική των υπερκείμενων των υπερκείμενων των υπερκείμενων
    αιτιατική τους υπερκείμενους τις υπερκείμενες τα υπερκείμενα
     κλητική υπερκείμενοι υπερκείμενες υπερκείμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

υπερκείμενος < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) ὑπερκείμενος < ὑπέρκειμαι < ὑπέρ + κεῖμαι

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμιεκρεπυ

υπερκείμενος, -η, -ο

  1. (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) που υπέρκειται
  2. (ουσιαστικοποιημένο) υπερκείμενη
  3. (ουσιαστικοποιημένο) υπερκείμενο

Αντώνυμα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)