υπερμελάγχρωση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | υπερμελάγχρωση | οι | υπερμελαγχρώσεις |
| γενική | της | υπερμελάγχρωσης | των | υπερμελαγχρώσεων |
| αιτιατική | την | υπερμελάγχρωση | τις | υπερμελαγχρώσεις |
| κλητική | υπερμελάγχρωση | υπερμελαγχρώσεις | ||
| Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις. | ||||
| Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- υπερμελάγχρωση < υπέρ + μελάγχρωση
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησωρχγαλεμρεπυ
υπερμελάγχρωση θηλυκό
- (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) μη μολυσματική, μη μεταδοτική δερματική πάθηση που χαρακτηρίζεται από εμφάνιση καφέ κηλίδων σε κάποια σημεία του ανθρώπινου σώματος και οφείλεται κυρίως στην υπερβολική έκθεση στον ήλιο και δευτερευόντως σε άλλα αίτια όπως ακμή, έκζεμα, θεραπεία με laser, χρόνιο άγχος, ατμοσφαιρική ρύπανση, κ.α.
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Συχνές δυσχρωμίες του προσώπου που χαρακτηρίζονται από υπερμελάγχρωση περιλαμβάνουν το μέλασμα, τις ηλιακές κηλίδες και τη μεταφλεγμονώδη υπερμελάγχρωση. Κύρια αιτία των υπερμελαγχρώσεων είναι η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία (ηλιακή ή τεχνητή υπεριώδη ακτινοβολία/solarium), όπως υποδηλώνεται από την εκλεκτική εντόπιση της υπερμελάγχρωσης στα φωτοεκτεθειμένα μέρη του σώματος, και κυρίως στο πρόσωπο. Τα άτομα με σκουρότερο χρώμα δέρματος έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης υπερμελάγχρωσης, ενώ η γενετική προδιάθεση και ακατάλληλα καλλυντικά έχουν επίσης συσχετιστεί με την εμφάνιση υπερμελαγχρώσεων.
- Μη επεμβατικοί τοπικοί λευκαντικοί παράγοντες, Ιούλιος 2014, @hygeia.gr, συντάκτης: Κλειώ Δεσινιώτη.
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Οι δερματολόγοι αναφέρονται σε κηλίδες δέρματος που γίνονται πιο σκούρες από τις γύρω περιοχές του δέρματος ως υπερμελάγχρωση. Όταν το δέρμα δημιουργεί περισσότερη μελανίνη, τη χρωστική ουσία που δίνει στο δέρμα το χρώμα του, εμφανίζεται υπερμελάγχρωση. Ως αποτέλεσμα, κηλίδες ή μπαλώματα του δέρματος μπορεί να φαίνονται πιο σκούρες από τις γύρω περιοχές.
- Υπερμελάγχρωση: Ποιες είναι οι αιτίες του αποχρωματισμού στο δέρμα μας;, 12-12-2021, @healthweb.gr, συντάκτης: Αρετή Διαμαντή.
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Ενώ ο πρωταρχικός σας στόχος με την υπερμελάγχρωση είναι να φωτίσετε τα σκοτεινά σημεία, ένα αποτελεσματικό προϊόν χωρίς συνταγή θα πρέπει να περιέχει συστατικά που ωφελούν το δέρμα με άλλους τρόπους. Μια καλή ενυδατική κρέμα μπορεί επίσης να αποκαταστήσει τον λιπιδικό (λιπώδη) φραγμό του δέρματος, συμβάλλοντας στην περαιτέρω προστασία του από τις βλαβερές ακτίνες του ήλιου.
- Υπερμελάγχρωση: 5 tips για να ξεφορτωθείτε τις σκούρες κηλίδες στο δέρμα σας, 23-04-2022, @healthweb.gr, συντάκτης: Στέλλα Στρούβαλη.
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Συχνές δυσχρωμίες του προσώπου που χαρακτηρίζονται από υπερμελάγχρωση περιλαμβάνουν το μέλασμα, τις ηλιακές κηλίδες και τη μεταφλεγμονώδη υπερμελάγχρωση. Κύρια αιτία των υπερμελαγχρώσεων είναι η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία (ηλιακή ή τεχνητή υπεριώδη ακτινοβολία/solarium), όπως υποδηλώνεται από την εκλεκτική εντόπιση της υπερμελάγχρωσης στα φωτοεκτεθειμένα μέρη του σώματος, και κυρίως στο πρόσωπο. Τα άτομα με σκουρότερο χρώμα δέρματος έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης υπερμελάγχρωσης, ενώ η γενετική προδιάθεση και ακατάλληλα καλλυντικά έχουν επίσης συσχετιστεί με την εμφάνιση υπερμελαγχρώσεων.
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις υπέρ, μελάγχρους, μελανίνη, μέλας και μελανός
Μεταφράσεις
υπερμελάγχρωση
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)